Με τη χάρη Θεού η Ιεραποστολική μας δραστηριότητα με σκοπό τη δημιουργία ενός Δημοτικού σχολείου στο Λουγκουζί συνεχίζει και .Με το ξεκίνημα της νέας σχολικής χρονιάς ετοιμάσαμε , τέσσερα καινούργια Ιεραποστολικά τετράδια , με πανέμορφα πολύχρωμα εξώφυλλα από αυθεντικά σχέδια της Αφρικής και απευθύνονται σε άλλα παιδιά που ξεκινούν τώρα την σχολική τους διαδρομή. Κάθε τετράδιο διατίθεται στην τιμή των 2 ευρώ από την Ιερά Μ. Παναγίας Χρυσοπηγής.
Διαβάστε σήμερα

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

«Οικογενειακή ζωή» Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης ( Β μέρος)

n4131591288010991443694bl5-1

Αναγκαίος ο περιορισμός των παιδιών ως την ενηλικίωσή τους.
Τα παιδιά πρέπει πάντα να αισθάνονται ως ανάγκη μεγάλη τις συμβουλές, ειδικά στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας, για να μη γλιστρήσουν στον γλυκό κατήφορο της κοσμικής κατηφόρας που γεμίζει την ψυχή από άγχος και την απομακρύνει αιώνια από τον Θεό. Πρέπει να μπουν στο νόημα της υπακοής. Να καταλάβουν ότι στην υπακοή προς τους γονείς κρύβεται το δικό τους συμφέρον ,ώστε να υπακούουν με χαρά και να κινούνται ελεύθερα στον πνευματικό χώρο.
Βλέπετε, πως περιορίζουμε την ελευθερία του μικρού παιδιού; Το έμβρυο είναι περιορισμένο εννιά μήνες στην κοιλιά της μάνας του. Το νεογέννητο το βάζουν σε κούνια. Έπειτα από πέντε- έξι μήνες του βάζουν και κάγκελα . Αργότερα δεν το αφήνουν να μόνο του έξω, για να μη χτυπήση, να μην γκρεμισθή από καμιά σκάλα. Αν το αφήσουν ελεύθερο ,θα πέση και θα σκοτωθή.
Όλα αυτά είναι απαραίτητα, για να μεγαλώση το παιδί με ασφάλεια. Φαίνεται ότι το


Πηγή : Διακόνημα
υ στερούν την ελευθερία , αλλά δίχως αυτά τα μέτρα θα κινδύνευε να σκοτωθή από την πρώτη στιγμή. Τα παιδιά όμως δεν καταλαβαίνουν ,ούτε όταν είναι μικρά ,ότι χρειάζονται περιορισμό, αλλά ούτε όταν μεγαλώσουν ,ότι χρειάζονται άλλου είδους περιορισμό , για αυτό ζητούν ελευθερία. Τι ελευθερία είναι αυτή ; Ελευθερία για να κουτσουρευτούν; Με την ελευθερία αυτή φθάνουν στην καταστροφή. Πρέπει να καταλάβουν ότι , μέχρι να τελειώσουν τις σπουδές τους , να πάρουν το πτυχίο τους, να ωριμάσουν, για να γίνουν σωστοί άνθρωποι , χρειάζεται κάποιος περιορισμός. Γιατί, άμα κουτσουρευτούν μια φορά, θα καταστραφούν. Πρέπει να αισθανθούν τον περιορισμό ως ανάγκη ,ως ευλογία Θεού. Να ευγνωμονούν τους γονείς τους που τους περιορίζουν. Να ξέρουν πως , ό,τι κάνουν οι γονείς, το κάνουν από αγάπη. Κανένας πατέρας, καμμιά μητέρα, δεν περιόρισαν το παιδί τους από κακότητα, έστω και αν του φέρθηκαν βάναυσα. Και αν οι γονείς σφίξουν λίγο παραπάνω τα παιδιά ,και σε αυτό μέσα κρύβεται η μεγάλη τους αγάπη. Από καλή διάθεση το κάνουν, για να είναι πιο συμμαζεμένα και να μην εκτίθενται σε κινδύνους. Μπορεί και ένας κηπουρός να σφίξη το δενδράκι που φυτεύει με σύρμα για περισσότερη σιγουριά και να το πληγώση λίγο ,αλλά ο καλός Θεός, όταν πληγώνεται ο φλοιός του δένδρου , κλείνει σε λίγο την πληγή. Και αν την πληγή του δένδρου κλείνη ο Θεός , πόσο μάλλον θα φροντίση για το πλάσμα Του! Αν δηλαδή οι γονείς έσφιξαν το παιδί λιγάκι παραπάνω και λίγο πληγώθηκε, δεν θα το θεραπεύση ο Θεός;
Και τα παιδιά πρέπει να συζητούν με τους γονείς τους , να τους λένε τους λογισμούς τους. Όπως ο μοναχός στο μοναστήρι έχει τον Γέροντά του , στον οποίο λέει τους λογισμούς του και βοηθιέται ,έτσι και το παιδί πρέπει να έχη μια αναφορά στους γονείς. Κανονικά το παιδί πρέπει να εξομολογήται πρώτα στην μητέρα και μετά στον Πνευματικό. Γιατί, όπως όταν χτυπήση το παιδί το πόδι του ,οι γονείς πηγαίνουν μαζί του στο γιατρό και ρωτούν τι πρέπει να κάνουν ,για να θεραπευθή το πόδι ,έτσι πρέπει να ξέρουν και τι προβλήματα έχει το παιδί ,για να το βοηθήσουν. Αν το παιδί λέη τα προβλήματά του μόνο στον Πνευματικό, πως μπορούν οι γονείς να το βοηθήσουν, αφού δεν ξέρουν τι το απασχολεί;
Να βάλουμε στη ζωή μας κυβερνήτη τον Θεό
– Γέροντα, γιατί η Βασιλεία του Θεού στο Ευαγγέλιο παρομοιάζεται με κόκκο σινάπεως « ος όταν σπαρή επί της γης μικρότερος πάντων των σπερμάτων εστί των επί της γης .Και όταν σπαρή ,αναβαίνει και γίνεται μείζων πάντων των λαχάνων »;
– Το σινάπι σαν σπόρος είναι πολύ μικρός ,αλλά, όταν σπαρή, γίνεται ολόκληρος θάμνος. Ακόμη και τα πουλάκια πηγαίνουν και κάθονται στα κλαδιά του. Ο λόγος του Θεού παρομοιάζεται με τον σπόρο του , γιατί από έναν μικρό ευαγγελικό λόγο ο άνθρωπος αναπτύσσεται και καταλαβαίνει την Βασιλεία του Θεού.
– Γέροντα, πως νιώθει κανείς αυτό που λέει η Αγία Γραφή: « Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν » ;
– Ευλογημένη, όταν μέσα μας είναι ένα μέρος της χαράς του παραδείσου ,τότε « η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστι ». Και το αντίθετο, όταν έχουμε άγχος , τύψεις συνειδήσεως ,τότε μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της κολάσεως . Είναι μεγάλο πράγμα ο άνθρωπος από τούτη τη ζωή να νιώθη μέσα του ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Δεν είναι δύσκολο να το πετύχουμε αυτό. Δυστυχώς όμως ο εγωισμός μας εμποδίζει από το πνευματικό αυτό μεγαλείο.
Ο άνθρωπος μόνος του μπορεί να κάνη την ζωή του παραδεισένια ,αν δέχεται να τον κυβερνάη ο Θεός σαν καλός Πατέρας. Πρέπει να έχη εμπιστοσύνη στον Θεό, να ελπίζη σε Αυτόν για ό,τι επιχειρεί να κάνη και να Τον δοξάζη για όλα. Να μην έχει άγχος. Το άγχος φέρνει ένα τσάκισμα στην ψυχή ,την παραλύει. Όταν ζητάη την Βασιλεία των Ουρανών, όλα τα άλλα έρχονται. Λέει το Ευαγγέλιο : « ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού » , αλλά και « την βασιλείαν του Θεού αρπάζουν οι βιασταί ».
Οι άνθρωποι σήμερα δυσκόλεψαν την ζωή τους ,γιατί δεν αρκούνται στα λίγα, αλλά κυνηγούν συνέχεια τα υλικά αγαθά. Όσοι όμως θέλουν να ζήσουν γνήσια πνευματική ζωή ,πρώτα-πρώτα πρέπει να αρκεσθούν στα λίγα. Όταν η ζωή τους είναι απλοποιημένη, χωρίς πολλές σκοτούρες, και ελευθερωμένοι θα είναι από το κοσμικό πνεύμα, και χρόνος θα τους περισσεύη και για πνευματικά. Αλλιώς θα κουράζωνται προσπαθώντας να ακολουθήσουν την μόδα, θα χάνουν την γαλήνη τους και θα κερδίζουν το μεγάλο άγχος.
Και βλέπω, πως οι άνθρωποι μερικές φορές κάνουν μαρτυρική την ζωή τους! Σήμερα καθώς ερχόμουν με κάποιον από την Ουρανούπολη , με παρακάλεσε να περάσουμε λίγο από το σπίτι του. Επειδή επέμενε, δεν θέλησα να του χαλάσω το χατίρι. Μόλις φθάσαμε στην εξώπορτα ,τον βλέπω, βγάζει τα παπούτσια του και μπαίνει μέσα πατώντας στις μύτες. « Τι έπαθες και περπατάς έτσι; », τον ρωτάω. « Τίποτε , Γέροντα, μου λέει, περπατάω προσεκτικά ,για να μη χαλάσω το παρκέ ». Τι να πης; Βασανίζονται χωρίς λόγο .
Η διανομή της περιουσίας
Οι γονείς που έχουν την οικονομική δυνατότητα ,έχουν ευθύνη να φροντίσουν για το μέλλον των παιδιών τους. Φυσικά, το κυριώτερο είναι να τους δώσουν καλή ανατροφή, μετά να τα μορφώσουν ή να τα στείλουν να μάθουν κάποια τέχνη ,για να μπορούν να ζήσουν ,κι ύστερα να τους εξασφαλίσουν ένα σπιτάκι κ.λ.π. Όταν το 1924 η οικογένειά μας ήρθε στην Ελλάδα από τα Φάρασα της Καππαδοκίας ,τότε με την Ανταλλαγή, ο πατέρας μου, ως πρόεδρος του χωριού , φρόντισε να τακτοποιήση όλους τους συγχωριανούς μας. Την οικογένειά μας την άφησε τελευταία. Αργότερα τα μεγαλύτερα αδέλφια μου του παραπονέθηκαν. « Όλους τους τακτοποίησες, πατέρα, είπαν, εμάς δεν μας σκέφτηκες » . Αν είναι κανείς μόνος του, μπορεί όλα να τα δώση και να αδιαφορήση για τον εαυτό του από αυταπάρνηση, από αρχοντιά, αλλά , αν έχη οικογένεια, πρέπει να σκεφθή και την οικογένειά του.
Βέβαια, οι γονείς δεν πρέπει να ξεθαρρεύουν και να δίνουν στα παιδιά τους όσα έχουν, όλα μαζί, γιατί τα παιδιά είναι άπειρα και μπορεί να ξανοιχτούν στην σύγχρονη ζωή που δεν έχει άκρη. Ύστερα θα πονούν ,που δεν θα έχουν να τα βοηθήσουν. Να προσέξουν επίσης, ώστε το πιο αδύνατο παιδί να το ενισχύσουν περισσότερο υλικά, και ακόμη περισσότερο ηθικά ,για να μην το πάρη σβάρνα ο πανικός της αποτυχίας ,αλλά και με διάκριση και αγάπη να τα τακτοποιήσουν όλα τα παιδιά, για να μην ψυχρανθούν μεταξύ τους.
Σπάνια βρίσκεις οικογένειες αγαπημένες, που ζουν πνευματικά ,και τα αδέλφια δεν μαλώνουν για οικόπεδα και περιουσίες και δεν τρέχουν στα δικαστήρια. Είχα γνωρίσει μια επταμελή οικογένεια . Οι γονείς είχαν κάτι χρυσαφικά. Μετά τον θάνατό τους ,τα παιδιά είπαν να τα πάρη όλα ο ένας αδελφός που τους είχε γηροκομήσει. Εκείνος όμως σκέφθηκε ότι η αδελφή τους έχει μεγάλη οικογένεια και έχει πιο πολλή ανάγκη και τα έδωσε σε εκείνη. Αυτή τα έδωσε στον άλλο αδελφό ,εκείνος τον άλλον, και τελικά γύρισαν στον πρώτο! Ό,τι ακριβώς έκαναν εκείνοι οι Πατέρες που διαβάζουμε στο Γεροντικό. Στο τέλος, επειδή και εκείνος δεν ήθελε να τα κρατήση, τα έδωσαν σε μια εκκλησία.
Η εγκράτεια στην έγγαμη ζωή
Ο Θεός « εποίησε τα πάντα, καλά λίαν ». Ο άνδρας νιώθει μια φυσική έλξη προς την γυναίκα και η γυναίκα προς τον άνδρα. Αν δεν υπήρχε αυτή η έλξη, ποτέ δεν θα ξεκινούσε κανείς να κάνη οικογένεια. Θα συλλογιζόταν τις δυσκολίες που θα είχε αργότερα με την ανατροφή των παιδιών κ.λ.π., και δεν θα αποφάσιζε να ξεκινήση.
Μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων το σαρκικό φρόνημα σε μερικούς ανθρώπους μπορεί να υπάρχη πέντε τοις εκατό , σε άλλους δέκα , τριάντα κ.λ.π. Αλλά σήμερα που να βρεθούν άνθρωποι να έχουν πέντε τοις εκατό σαρκικό φρόνημα , να έχουν δηλαδή αγνό φρόνημα! Πάντως σε όλους τους ανθρώπους έχει δοθή από τον Θεό η δυνατότητα να φθάσουν στην απάθεια, αν αγωνισθούν με φιλότιμο.
Δεν δικαιολογούνται οι έγγαμοι , επειδή ακολούθησαν τον έγγαμο βίο , να ξεχνούν ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σάρκα , αλλά είναι και πνεύμα, και να αφήνουν τον εαυτό τους αχαλίνωτο. Πρέπει να αγωνίζονται να υποτάξουν την σάρκα στο πνεύμα. Αν προσπαθούν να ζουν πνευματικά, με την καθοδήγηση του Πνευματικού τους , θα αρχίσουν να γεύωνται σιγά-σιγά και ανώτερες χαρές, πνευματικές , ουράνιες, και δεν θα αναζητούν τις σαρκικές. Έχουν υποχρέωση να αγωνίζωνται να εγκρατεύωνται , για να μην μεταδώσουν το σαρκικό πάθος στα παιδιά τους. Ένα παιδάκι, που οι γονείς του έχουν πολύ σαρκικό φρόνημα, έχει από μικρό τέτοιες τάσεις , γιατί παίρνει το σαρκικό φρόνημα από αυτούς. Στην αρχή αυτό είναι απαλό, όπως όλα τα κληρονομικά πάθη – σαν την τσουκνίδα που, μόλις φυτρώνη, είναι απαλή και μπορείς να την πιάσης, ενώ, όταν μεγαλώση, τσιμπάει- και μπορεί να θεραπευθή από έναν καλό Πνευματικό , που έχει διάκριση. Αν όμως δεν το κόψη στην μικρή ηλικία , θα χρειασθή πολύ να αγωνισθή, όταν μεγαλώση, για να το κόψη.
« Ον αγαπά Κύριος παιδεύει »
-Γέροντα, γιατί ο κόσμος υποφέρει σήμερα τόσο πολύ;
– Από την αγάπη του Θεού! Εσύ σαν μοναχή σηκώνεσαι το πρωί, κάνεις τον κανόνα σου, κάνεις κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.λ.π. Για τους κοσμικούς οι δυσκολίες που περνούν είναι ο κανόνας τους ,οπότε εξαγνίζονται με αυτές. Τους κάνουν μεγαλύτερο καλό από την κοσμική καλοπέραση ,η οποία δεν τους βοηθάει ούτε να πλησιάσουν στον Θεό, ούτε να αποταμιεύσουν μισθό ουράνιο . Για αυτό πρέπει να τις δέχωνται ως δώρα από τον Θεό.
Ο καλός Θεός με τις δοκιμασίες παιδαγωγεί σαν καλός Πατέρας τα παιδιά Του, από αγάπη , από θεία καλωσύνη , και όχι από κακότητα ούτε από κοσμική , νομική δικαιοσύνη, γιατί θέλει να επιστρέψουν κοντά Του. Επειδή δηλαδή θέλει να σώση τα πλάσματά Του και να κληρονομήσουν την ουράνια Βασιλεία Του ,επιτρέπει τις δοκιμασίες ,για να παλέψη ο άνθρωπος ,να αγωνισθή και να δώση εξετάσεις στην υπομονή στους πόνους ,ώστε να μην μπορή να του πη ο διάβολος:
« Πως τον ανταμείβεις αυτόν ή πως τον σώζεις ,αφού δεν κοπίασε; ». Τον Θεό δεν τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή ,αλλά η άλλη. Πρώτα μας φροντίζει για την άλλη ζωή και ύστερα για αυτήν.
– Γιατί όμως, Γέροντα, ο Θεός σε μερικούς ανθρώπους δίνει πολλές δοκιμασίες ,ενώ σε άλλους δεν δίνει;
– Τι λέει η Αγία Γραφή; « Ον αγαπά Κύριος παιδεύει ». Ένας πατέρας έχει λ.χ. οκτώ παιδιά. Τα πέντε μένουν στο σπίτι ,κοντά στον πατέρα τους, και τα τρία φεύγουν μακριά του και δεν τον σκέφτονται. Σε αυτά που μένουν κοντά του, αν κάνουν καμιά αταξία, τους τραβάει το αυτί, τους δίνει κανένα σκαμπιλάκι. Ή αν είναι φρόνιμα ,τα χαϊδεύει ,τους δίνει και καμμιά σοκολάτα. Ενώ αυτά που είναι μακριά ,ούτε χάδι ούτε σκαμπίλι έχουν. Έτσι κάνει και ο Θεός. Τους ανθρώπους που είναι λίγο κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο , τους δίνει ένα σκαμπιλάκι και εξοφλούν, ή ,αν τους δώση περισσότερα σκαμπίλια αποταμιεύουν. Σε εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Για αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρόλα αυτά να έχουν άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ ’ οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν ,θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη ζωή.
Η αδιάκριτη υπερβολική αγάπη των γονιών
– Γέροντα, μπορεί μια μάνα από αδιάκριτη αγάπη να βλάψη το παιδί της;
– Και βέβαια μπορεί. Όταν λ.χ. κάποια μάνα βλέπη το παιδάκι να δυσκολεύεται να περπατήση και λέη: « κρίμα το καημένο, δεν μπορεί να περπατήση » ,και το παίρνη συνέχεια στην αγκαλιά , αντί να το κρατήση λίγο από το χεράκι, πώς θα μάθη το παιδί να περπατάη μόνο του; Βέβαια από αγάπη κινείται , αλλά του κάνει ζημιά με το πολύ ενδιαφέρον της . Γνώριζα έναν πατέρα που το παιδί του είχε τελειώση το στρατιωτικό και το έπαιρνε από το χέρι και το πήγαινε στον κουρέα . « Έφερα τον γιό μου να τον κουρέψης. Πόσα θέλεις και πότε θα τελειώσης να έρθω να τον πάρω; » . Το είχε σακατέψει το παιδί.
Η αγάπη χρειάζεται φρένο με διάκριση . Η πραγματική αγάπη έχει ανιδιοτέλεια, δεν έχει μέσα τον εαυτό μας και έχει σύνεση. Η σύνεση είναι απαραίτητη στην πολλή αγάπη της γυναίκας , για να μην χαραμίζεται η αγάπη της. Μια φορά ήρθε στο Καλύβι ένα παληκάρι που ήταν αγανακτισμένο με τους γονείς του . Οι καημένοι είχαν καλή διάθεση, αλλά δεν ήξεραν τον τρόπο να τον βοηθήσουν. Μου έλεγε λοιπόν ότι οι γονείς του το καταπιέζουν, ότι δεν το αγαπούν κ.λ.π. « Κοίταξε, του λέω, όταν ήσουν μικρός και σου έβαζε η μάνα σου ένα σωρό ρούχα, γιατί το έκανε; Για να μην κρυώσης ή για να σε σκάση; Αυτό είχε πολλή αγάπη μέσα » . Όταν τελικά κατάλαβε πόσο το αγαπούσαν οι γονείς του έβαλε τα κλάματα. Είχε πολλή αγάπη η μάνα του, άσχετα αν δεν τον βοηθούσε εκείνον, γιατί με τον τρόπο που του φερόταν του προκαλούσε αντιδράσεις.
Η μάνα, όταν χρειάζεται , πρέπει να φερθή αυστηρά προς το παιδί. Δεν το βοηθάει , όταν εύκολα παίρνη το μέρος του, δήθεν για να μην στεναχωριέται. Στα Άδανα μια χήρα είχε ένα μονάκριβο παιδί – Γιάννη τον έλεγαν. Όταν μεγάλωσε λίγο, το πήγε σε έναν μάστορα να μάθη τσαγκάρης. Κάθησε μια εβδομάδα ο μικρός στην δουλειά και μετά είπε στην μητέρα του: « Μάνα ,δεν χρειάζεται να πάω άλλο στην δουλειά. Έμαθα την τέχνη » . « Πότε την έμαθες κιόλας; » ,τον ρωτάει εκείνη. « Αν θέλης ,να σου δείξω κι εσένα πως φτιάχνουν παπούτσια ,της λέει. Να, έτσι κόβουν την σόλα, έτσι βάζουν το δέρμα , το τακούνι, έτσι τα καρφώνουν… ». Το αφεντικό του ήταν πολύ καλό και ήθελε να μάθη στον Γιάννη την τέχνη, γιατί ήταν ορφανός . Όταν είδε πως πέρασε μια εβδομάδα και ο Γιάννης δεν φάνηκε ,ανησύχησε μήπως αρρώστησε βαριά και δεν πήγε στην μάνα του να ρωτήση τι κάνει το παιδί. « Τι έπαθε ο Γιάννης και δεν ξαναήρθε στην δουλειά; άρρωστος είναι; », ρωτάει την μάνα του. « Όχι , του απαντάει εκείνη, καλά είναι » . « Τότε γιατί δεν ήρθε στην δουλειά; » . « Ε, τι να κάνη να έρθη; του λέει εκείνη. Ο Γιάννης έμαθε πια την τέχνη » . « Μα πως την έμαθε μέσα σε τόσο λίγες μέρες; » , την ρωτάει το αφεντικό; « Να , του λέει η μάνα, παίρνει το δέρμα, το βάζει σε ένα καλούπι, το καρφώνει, βάζει και το τακούνι και μετά το βγάζει, κι αυτό είναι ! ». Γέλασε το αφεντικό, την χαιρέτησε και έφυγε. Όταν γύρισε στο μαγαζί, τον ρώτησαν τα άλλα μαστορόπουλα: « Μάστορα, τι κάνει ο Γιάννης; » . « Μια χαρά είναι, τους είπε εκείνος. Δεν έμαθε μόνον ο Γιάννης τσαγκάρης, αλλά έμαθε και η μάνα του ! »…
Αυτήν την συμπεριφορά την βλέπω σε πολλούς γονείς . Νομίζουν ότι αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά με τον τρόπο που φέρονται τα καταστρέφουν. Όταν μια μάνα, ας υποθέσουμε ,από την υπερβολική αγάπη της φιλάη το παιδί και λέει « δεν υπάρχει στον κόσμο τέτοιο παιδί σαν το δικό μου », τότε του καλλιεργεί την υπερηφάνεια και την αρρωστημένη αυτοπεποίθηση. Ύστερα το παιδί δεν υπακούει στους γονείς, επειδή πιστεύει ότι τα ξέρει όλα.
Οι γονείς πρέπει να βοηθούν από την μικρή ηλικία τα παιδιά να μάθουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη του εαυτού τους. Να κάνουν μέσα στην οικογένεια κάποια δουλειά που μπορούν. Να μην τα θέλουν όλα έτοιμα. Διαφορετικά θα δυσκολευτούν ,όταν μεγαλώσουν. Ένας μάστορας δούλεψε σκληρά και μεγάλωσε τα παιδιά του . Εκείνα όλη την ημέρα γύριζαν στο μεσοχώρι. Παντρεύτηκαν και τα περίμεναν όλα από τον πατέρα τους. ‘Όταν ο πατέρας τους είπε πως είναι καιρός και αυτά να κοιτάξουν μόνα τους τα σπίτια τους, του είπαν: « Καλά, πατέρα, εσύ δεν μας άφησες ,όταν ήμασταν μικρά και τώρα που μεγαλώσαμε και έχουμε υποχρεώσεις θα μας αφήσης ; » !
Τα γεράματα ταπεινώνουν τον άνθρωπο
Πόσο ταπεινώνεται ο άνθρωπος στα γεράματα! Οι γέροι σιγά –σιγά χάνουν τις δυνάμεις τους και μοιάζουν σαν το γερασμένο γεράκι. Όταν γεράσει το γεράκι ,πέφτουν τα φτερά του και οι φτερούγες του μετά είναι σαν σπασμένες τσατσάρες. Θυμάμαι, στην Μονή Φιλοθέου ήταν ένας Προϊστάμενος που είχε πάει το 1914 εθελοντής από την Σμύρνη στην Αλβανία για να εκδικηθή τους Τούρκους, που είχαν σφάξει τον πατέρα του. Μια φορά έπιασε ένα Τούρκο και πήγε να τον σφάξη. Εκείνος του είπε: « Η δική μας θρησκεία είναι άχαρη. Μας λέει και να σφάζουμε και να σκοτώνουμε. Η δική σας όμως δεν είναι τέτοια. Ο Χριστός σας λέει να μην σκοτώνετε » . Μόλις το άκουσε αυτό τόσο συγκινήθηκε που πέταξε το ντουφέκι και σηκώθηκε και πήγε στο Άγιον Όρος ,για να γίνη καλόγερος. Έγινε καλόγερος, έγινε και Προϊστάμενος ,αλλά το αντάρτικο δεν του έφυγε. Είχε όλα τα διακονήματα και όλα τα κλειδιά από τις αποθήκες τα είχε περασμένα στη ζώνη του. Κανείς δεν τολμούσε να του μιλήση. Αν ξεχνούσε κανένας Πατέρας να τον φωνάξη με τον τίτλο του, « Γέροντα Σπυρίδων », γινόταν θηρίο. Μία Μεγάλη Σαρακοστή πήγαν στο μοναστήρι συμμορίτες και τους ζήτησαν τυριά. « Βρε γουρούνια, τους λέει αυτός, την σαρακοστή ζητάτε τυριά; » . Τους πέταξε έξω . Μια άλλη φορά οι Πατέρες είχαν λύσει τους πολυελαίους ,για να τους καθαρίσουν. Είδαν οι συμμορίτες τα διάφορα εξαρτήματα που γυάλιζαν και νόμιζαν ότι ήταν χρυσά . Πήγαν , τα έβαλαν σε τσουβάλια και μάζεψαν τα ζώα της περιοχής , για να τα μεταφέρουν. Μόλις τους είδε αυτός, τους πιάνει και παίρνει και τα αδειάζει από τα τσουβάλια. « Βρε σαβούρες, τους λέει, μπρούντζα είναι αυτά, μπρούντζα σαν εσάς! » . Καθόλου δεν δείλιαζε. Στα γεράματά του όμως είχε αρρωστήσει και είχε ταπεινωθεί Με είχαν βάλει να τον βοηθώ λιγάκι. Μια φορά μου είπε: « Κάνε προσευχή. Αβέρκιε, δεν νιώθω καλά ». Σηκώθηκα και άρχισα να κάνω κομποσχοίνι: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλον σου, τον Γέροντα Σπυρίδωνα » . Μωρέ τον « Σπύρο » ,πες! μου λέει. Πόσο τον είχαν ταπεινώσει η αρρώστια και τα γεράματα! Πρώτα που να τολμούσες να μην τον πεις « Γέροντα Σπυρίδωνα » !
Να, και ο πατέρας μου στα γεράματά του από μια μύγα ταπεινώθηκε. Μια μέρα τον βρήκε η αδελφή μου να κλαίη. « Τι έπαθες ,πατέρα; τον ρωτάει. Μήπως κανένα εγγονάκι σε πείραξε; » . « Όχι, όχι , της λέει. Τι είναι ο άνθρωπος! Προσπαθούσα να σκοτώσω μια μύγα με τη μυγοσκοτώστρα και δεν μπορούσα. Έκανα έτσι να την χτυπήσω, έφευγε από εδώ. Έκανα έτσι, έφευγε από εκεί. Εγώ, Όταν ήμουν νέος ,είχα τέτοιο σημάδι που τους Τσέτες δεν τους σκότωνα. Τους σημάδευα γύρω γύρω και τους ανάγκαζα να παραδοθούν. Δεκαέξι χρόνων σημάδεψα ένα λιοντάρι ,το πλήγωσα και πάλεψα με το λαβωμένο λιοντάρι, και τώρα μια μύγα να μην μπορώ να την σκοτώσω! Α, τίποτε δεν είναι ο άνθρωπος » . Ένιωθε ο καημένος ένα τίποτε ,σαν να μην είχε κάνει τίποτε στην ζωή του.
Και στο Άγιον Όρος ,στα γηροκομεία των Μονών, πόσο ταπεινώνονται τα γεροντάκια! Περνούν και δεύτερη… κουρά! Τους κόβουν τα μαλλιά ,για να μην έχουν πολλά και δυσκολεύονται να τα λούζουν. Τους κόβουν και τα γένια, γιατί τρέχουν τα σάλια ,τα φαγητά ,και πώς να τα καθαρίσουν; Αυτή είναι η τελευταία κουρά. Η ταπεινή κουρά!
Οι δυσκολίες των παιδιών στις σπουδές τους.
Παιδιά που έχουν κρίση και εξυπνάδα, έχουν μερικές φορές προβλήματα και βασανίζονται. Θέλουν να τα τακτοποιήσουν όλα με το μυαλό τους και ζητούν να κάνουν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις τους. Έχουν δυνατό μυαλό, αλλά δεν ξέρουν να βάζουν φρένο. Κάνουν πειράματα με τον εαυτό τους , λες και θέλουν να δουν πόσο αντέχουν, και ταλαιπωρούνται. Αν ταπεινωθούν, η κρίση τους τα βοηθάει να προκόψουν. Παιδιά που δεν έχουν τέτοια κρίση και εξυπνάδα, δεν έχουν και προβλήματα, αλλά ούτε προβληματίζονται με την καλή έννοια.
Πόσοι φοιτητές, ενώ έχουν διαβάσει και ξέρουν τα μαθήματα, φοβούνται ότι δεν θα γράψουν καλά και δεν πάνε να δώσουν εξετάσεις! Ενώ τα καταφέρνουν, δημιουργούν μόνοι τους από δειλία μια κατάσταση πανικού. Αν όμως πουν ταπεινά: « ευχηθήτε να πάω καλά ,γιατί μόνος μου δεν θα τα καταφέρω, αλλά με την ευχή σας θα προσπαθήσω » , τότε με την ταπείνωση θα δεχθούν και την Χάρη του Θεού και τον θείο φωτισμό. Ύστερα ,πριν αρχίσουν να γράφουν στις εξετάσεις, ας προσευχηθούν στον προστάτη τους Άγιο, και εκείνος θα τους βοηθήση ανάλογα με την πίστη και την ευλάβεια που έχουν.
– Γέροντα, μου έγραψε μια κοπέλα που σπουδάζει στο εξωτερικό: « Έχω τον λογισμό πως ποτέ δεν θα μπορέσω να προχωρήσω περισσότερο πνευματικά » .
– Καλά, η ευλογημένη ψυχή από την Ευρώπη βγάζει αυτό το συμπέρασμα; Εκεί δεν πήγε να προχωρήσει πνευματικά ούτε για να κοινοβιάση, αλλά για να πάρη αυτά που της χρειάζονται για την επιστήμη της. Ας προσπαθή να διατηρή αυτήν την πνευματική κατάσταση που έχει και να μη ζητά εκεί πνευματική πρόοδο. Άλλωστε και οι Ευρωπαίοι στις επιστήμες είναι προοδευμένοι και όχι στα πνευματικά. Να μην πιέζη τον εαυτόν της περισσότερο από όσο αντέχει και να μην τα παίρνη κατάκαρδα. Δεν αξίζει ο κόπος να δίνη κανείς την καρδιά του και να υποφέρη για αυτά. Ας το θεωρήση σαν μια στρατιωτική θητεία. Στον στρατό υπομένει κανείς πολύ κόπο, κουράζεται, και του φέρονται μερικές φορές πολύ σκληρά, ενώ εκεί τουλάχιστον οι άνθρωποι φέρονται και με μια ευγένεια, έστω και εξωτερική, υποκριτική, με την νοοτροπία την ευρωπαϊκή . Επόμενο ήταν να συναντήση αυτές τις δυσκολίες ,γιατί βλέπουμε και στην Ελλάδα παρόμοια. Μόνον που στην Ελλάδα, σαν Ορθόδοξο έθνος που είναι, υπάρχει και βοήθεια πνευματική για όσους έχουν ενδιαφέροντα πνευματικά. Με λίγη υπομονή και λίγη προσοχή θα περάσουν οι δυσκολίες. Μια που βρέθηκε εκεί, ας αξιοποιήση τις ελεύθερες ώρες της στην μελέτη και στην προσευχή, για να τρέφεται και πνευματικά . Η προσπάθεια την οποία θα καταβάλη για την πρόοδο στα μαθήματα θα την βοηθήση να απορροφηθή από αυτήν και να αποξενωθή από κάθε λογισμό κακό ή πειρασμό νεανικό.
Σεβασμός των παιδιών προς τους γονείς και τους μεγαλύτερους.
Το παιδί, όταν είναι μικρό ,δεν κάνει τίποτε, και οι γονείς του το φροντίζουν για το φαγητό του, για το ντύσιμό του κ.λ.π. Το βοηθούν από αγάπη, χωρίς αυτό να κοπιάζη. Αυτό μόνον καμιά δουλίτσα κάνει. Και μήπως έτσι ξεπληρώνει τον κόπο ή τα έξοδα που κάνουν οι γονείς για αυτό; Αλλά, όταν το παιδί μεγαλώση και δεν καταλαβαίνη τι του πρόσφεραν οι γονείς του, αυτό είναι πολύ βαρύ!
Παλιά οι γονείς έδερναν το παιδί και εκείνο το δεχόταν χωρίς λογισμούς. Σήμερα τα παιδιά είναι όλο « γιατί και γιατί; » και αντιλογία. Δεν έχουν απλότητα. Όλα τα περνάνε από το κόσκινο. Δεν έρχεται όμως έτσι η θεία Χάρις. Όταν το παιδί δεν νιώθη τον πατέρα του ως πατέρα και δεν δέχεται την παιδαγωγία του πατέρα του πατέρα, είναι νόθο παιδί. Μερικά παιδιά, αν τους κάνουν οι γονείς μια μικρή παρατήρηση, « θα κόψω τις φλέβες »,λένε αμέσως. Τι να τα κάνουν και οι γονείς; Υποχωρούν, και τελικά τα παιδιά καταστρέφονται.
Το παιδί πρέπει να καταλάβη ότι, εάν οι γονείς καμμιά φορά του δίνουν κανένα σκαμπίλι ,δεν το κάνουν από κακότητα, αλλά από αγάπη, για να διορθωθή, Να γίνη καλύτερο και να χαίρεται αργότερα. Εμείς, όταν ήμασταν μικρά, είτε μας χάιδευαν οι γονείς μας, είτε μας έδερναν , είτε μας φιλούσαν ,όλα τα δεχόμασταν. Καταλαβαίναμε ότι όλα τα έκαναν για το καλό μας. Είχαμε μεγάλη εμπιστοσύνη. Μερικές φορές μάλιστα η μητέρα μου άλλο παιδί έφταιγε και άλλο μάλωνε, γιατί δεν προλάβαινε να κάνη δικαστήριο. Ο ένοχος όμως, όταν έβλεπε ότι μάλωσε τον άλλον που δεν έφταιγε, επειδή τον πείραζε η συνείδηση, έλεγε « εγώ έφταιγα » ,και ο άλλος δικαιωνόταν .
Στην οικογένεια οι μικροί πρέπει να έχουν σεβασμό και προς τους γονείς και προς τους μεγαλύτερους . Να αισθάνωνται ως ανάγκη τον σεβασμό ,την υποταγή και την ευγνωμοσύνη προς τον μεγάλο. Οι μεγαλύτεροι πάλι να έχουν αγάπη προς τους μικρούς, να τους βοηθούν και να τους προστατεύουν. Όταν ο μικρός σέβεται τον μεγάλο και ο μεγάλος τον μικρό, δημιουργείται μια όμορφη οικογενειακή ατμόσφαιρα . Ο πατέρας μου έλεγε : « Υπακοή στον μεγάλο αδελφό σας » . Εμείς ξέραμε ότι ο πατέρας μας αγαπάει όλους και είχαμε πιο πολύ θάρρος στον πατέρα. Στον μεγάλο αδελφό ,που δεν βρίσκαμε την αγάπη του πατέρα, κάναμε μεγαλύτερη υπακοή.
Όταν οι σύζυγοι έχουν σεβασμό μεταξύ τους και τα παιδιά έχουν σεβασμό προς τους γονείς, η ζωή στην οικογένεια είναι ειρηνική, πάει ρολόι. Ποτέ σε μια τέτοια οικογένεια ο μεγάλος γιος δεν λέει στην μητέρα του « κοίταξε εδώ, μάνα, αυτό μην το ξανακάνης » ή « γιατί το έκανες αυτό έτσι και εκείνο αλλιώς; », αλλά ούτε ο πατέρας στην μάνα μιλάει με τέτοιο τρόπο. Ο μεγάλος μπορεί να αστειεύεται με τον μικρό, για να τον κάνη να χαρή, αλλά ο μικρός δεν πρέπει να αποκτήση παρρησία με την χαρά που νοιώθει από τα πειράγματα του μεγάλου. Όταν ήμουν στην Μονή Στομίου και κατέβαινα καμμιά φορά να ψωνίσω διάφορα υλικά, ένα παιδάκι, που το σπίτι του ήταν πάνω στον δρόμο, μόλις με έβλεπε , ερχόταν κοντά μου και εγώ του φιλούσα το χέρι. Ύστερα συνήθισε και έτρεχε και μου έδινε μόνο του το χέρι του να του το φιλήσω! Εγώ πάλι του το φιλούσα. Μετά μου είπαν οι γονείς μου : « Μην του το φιλάς ,Πάτερ, το χέρι , γιατί τρέχει στους παπάδες και δίνει το χεράκι του να του το φιλήσουν και, άμα δεν το φιλήσουν, βάζει τα κλάματα ».
Το ζόρισμα δεν βοηθάει τα παιδιά
Μερικοί γονείς κάνουν μεγάλο στρύμωγμα στα παιδιά τους, και μάλιστα μπροστά σε άλλους! Λες και έχουν ένα μουλάρι και το οδηγούν με την βέργα να πάη ίσα μπροστά∙ έχουν ένα καπίστρι στο χέρι και του λένε: «Να περπατάς ελεύθερα!». Ύστερα φθάνουν και αυτά στο σημείο να τους δέρνουν. Σήμερα ήρθε μια μάνα με το παιδί της- ένα παλληκάρι μέχρι εκεί πάνω-, που ήταν άρρωστο. «Τι να κάνω, Πάτερ; μου λέει, το παιδί μου δεν τρώει και δεν θέλει ούτε να μας δη». Της είπα τι να κάνη και με ξαναρωτάει: «Τώρα τι να κάνω;».
– Μήπως, Γέροντα, δεν κατάλαβε τι της είπατε;
– Πώς δεν κατάλαβε! «Εγώ ούτε μια ώρα, της είπα, δεν μπορώ να καθήσω μαζί σου, πώς να μείνη το παιδί μαζί σου; το παλάβωσες!». «Όχι, μου λέει, το αγαπάω». «Τι το αγαπάς, αφού δεν αναπαύεται κοντά σου∙ θέλει να φύγη από το σπίτι, γιατί θέλει να βρίσκεται σε άλλο περιβάλλον. Όταν βρίσκεται μακριά σας, είναι μια χαρά. Για να μη σας θέλη, φαίνεται φταίτε κι εσείς. Να μην το ερεθίζετε ∙ το σακατεύεις το παιδί έτσι που φέρεσαι. Με το καλό να του φέρεσαι, με υπομονή». Αφού της είπα όλα αυτά, με ξαναρωτάει: «Τι να κάνω; Το παιδί δεν μας θέλει». Πώς να συνεννοηθής έτσι; Να είναι το παιδί μια χαρά και να το βγάζουν χαζό. Αυτό είναι βλάβη.
Με το ζόρισμα οι γονείς δεν βοηθούν τα παιδιά∙ τα πνίγουν. Συνέχεια «μη αυτό, μη εκείνο, αυτό καν’ το έτσι…» Πρέπει να τραβούν τα γκέμια τόσο που να μη τα σπάζουν. Να ελέγχουν με τρόπο τα παιδιά, για να τα φέρνουν σ’ έναν λογαριασμό, αλλά να μη δημιουργούνται χάσματα μεταξύ τους. Να κάνουν ό,τι κάνει ο καλός κηπουρός, όταν φυτεύη ένα δενδράκι: Το δένει απαλά με ένα σχοινάκι σε έναν , πάσσαλο για να μη στραβώση και να μην τραυματίζεται, όταν το γέρνη ο αέρας λίγο δεξιά-λίγο αριστερά. Το φράζει κιόλας γύρω-γύρω και συγχρόνως το ποτίζει, το φροντίζει, μέχρι να μεγαλώσουν τα κλωνάρια του, για να μην το φάνε τα κατσίκια. Γιατί, αν το κουτσουρέψουν τα κατσίκια, πάει, καταστράφηκε. Ένα κουτσουρεμένο δένδρο ούτε να καρπίση μπορεί ούτε σκιά να κάνη. Όταν μεγαλώσουν τα κλωνάρια του, τότε ο κηπουρός βγάζει τον φράχτη, οπότε και καρπίζει το δένδρο και στην σκιά του μπορούν να φιλοξενούνται και κατσίκια και πρόβατα και άνθρωποι.
Οι γονείς όμως πολλές φορές από υπερβολικό ενδιαφέρον θέλουν να δέσουν το παιδί με σύρμα, ενώ πρέπει να το δένουν απαλά, για να μην το πληγώνουν. Να προσπαθούν να βοηθούν τα παιδιά με τον αρχοντικό τρόπο, ο οποίος καλλιεργεί το φιλότιμο στις ψυχές τους, ώστε να καταλάβουν το καλό ως ανάγκη. Να τους εξηγούν το καλό, όσο μπορούν με καλό τρόπο, με αγάπη και με πόνο. Θυμάμαι μια μητέρα που ,όταν έβλεπε τα παιδάκια να κάνουν καμμιά αταξία, τα μάτια της βούρκωναν από πόνο και τους έλεγε: «μη, χρυσό μου παιδί». Και με το παράδειγμά της τους μάθαινε να αγωνίζονται με χαρά, για να αποφεύγουν τους πειρασμούς της ζωής, να μην ταράζωνται εύκολα μπροστά σε μια δυσκολία, αλλά να την αντιμετωπίζουν με προσευχή και με εμπιστοσύνη στον Θεό.
Σήμερα μικροί –μεγάλοι στον κόσμο ζουν σαν σε τρελλοκομείο , γι’ αυτό χρειάζεται πολλή υπομονή και πολλή προσευχή. Ένα σωρό παιδιά παθαίνουν εγκεφαλικό. Είναι λίγο χαλασμένο το ρολόι, το κουρντίζουν και οι γονείς λίγο παραπάνω και σπάζει το ελατήριό του. Χρειάζεται διάκριση. Άλλο παιδί θέλει περισσότερο κούρντισμα και άλλο λιγώτερο. Τα καημένα τα παιδιά είναι εκτεθειμένα σε όλα τα ρεύματα. Όταν ασκούν έξω στις διάφορες συντροφιές «μη σέβεστε γονείς, μη σέβεστε τίποτε», και οι μητέρες πάνε να τα σφίξουν, τότε αντιδρούν χειρότερα.
Γι’ αυτό λέω στις μητέρες να ζοριστούν στην προσευχή και όχι να ζορίζουν τα παιδιά. Αν συνέχεια λένε «μη, μη» στο παιδί, ακόμη και για μικροπράγματα, ή καμιά φορά και άδικα, τότε, όταν πρόκειται για κάτι σοβαρό, όταν πάη λ.χ. το παιδάκι να ρίξη βενζίνη στην φωτιά, δεν ακούει και το κάνει, οπότε μπορεί να πάθη μεγάλη ζημιά. Το παιδί δεν καταλαβαίνει ότι μέσα στο «μη» κρύβεται η αγάπη. Αλλά και όταν μεγαλώση λίγο, μπαίνει ο εγωισμός και αντιδράει, όταν του κάνουν καμιά παρατήρηση, γιατί λέει: «μικρός είμαι και μου φέρονται έτσι;». Οι γονείς πρέπει να δώσουν στο παιδί να καταλάβη ότι, όπως , όταν ήταν μικρό, το πρόσεχαν να μην καή, έτσι και τώρα που μεγάλωσε, υπάρχει άλλη φωτιά. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχη, να μη δίνη δικαιώματα στον πειρασμό, για να διατηρήση την Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος.
Να βοηθούμε τους νέους να ακολουθήσουν την κλίση τους
Κάθε άνθρωπος έχει την κλίση του. Ο Καλός Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο. Έχει αρχοντιά∙ σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και αφήνει ελεύθερο τον καθέναν να ακολουθήση τον δρόμο που τον αναπαύει. Δεν τους βάζει όλους στην ίδια γραμμή με μια στρατιωτική πειθαρχία. Γι’ αυτό οι νέοι ας αφήσουν τον εαυτό τους ελεύθερο στον πνευματικό χώρο της ελευθερίας του Θεού. Δεν βοηθιούνται , αν εξετάζουν ποια ζωή ακολούθησε ή θα ακολουθήσει ο τάδε ή ο τάδε. Σ’ αυτό το θέμα δεν πρέπει να επηρεάζωνται από κανέναν.
Οι γονείς πάλι, οι Πνευματικοί, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να βοηθούν τους νέους να διαλέγουν όποια ζωή είναι στα μέτρα τους και να ακολουθούν την πραγματική τους κλίση, χωρίς να τους επηρεάζουν ή να στραγγαλίζουν την κλίση τους. Η απόφαση για την ζωή που θα ακολουθήσουν πρέπει να είναι δική τους. Όλοι οι άλλοι μόνον απλές γνώμες μπορούμε να εκφράσουμε και το μόνο δικαίωμα που έχουμε είναι να βοηθούμε τις ψυχές να βρουν τον δρόμο τους.
Μερικές φορές, όταν συζητάω με νέους που προβληματίζονται πάνω σ’ αυτό το θέμα , ενώ βλέπω την ζυγαριά προς τα πού γέρνει, δεν τους το λέω, για να μην τους επηρεάσω. Εκείνο μόνον που προσπαθώ να κάνω είναι να τους βοηθήσω, όπως μπορώ, να βρουν τον σωστό δρόμο και την εσωτερική ειρήνη∙ να αφαιρέσω από αυτό που τους αναπαύει ό,τι βλαβερό υπάρχει, για να αφήσω το καλό, το άγιο, ώστε να ζουν και σ’ αυτήν την ζωή χαρούμενα, κοντά στον Θεό, και στην άλλη ζωή πιο χαρούμενα. Ειλικρινά, όποια ζωή κι αν ακολουθήσει ένας νέος που γνωρίζω, θα χαρώ και πάντα θα έχω το ίδιο ενδιαφέρον για τη σωτηρία της ψυχής του, φθάνει να είναι κοντά στον Χριστό, μέσα στην Εκκλησία μας. Θα νιώθω αδελφός του, γιατί θα είναι παιδί της μητέρας μας Εκκλησίας.
Φυσικά χαίρομαι ιδιαίτερα τους νέους που ακολουθούν την μοναχική ζωή, γιατί όντως είναι σοφός αυτός που ακολουθεί αυτήν την αγγελική ζωή, διότι ξεφεύγει το αγκίστρι του διαβόλου που έχει ως δόλωμα τον κόσμο. Δεν μπορείς όμως να βάλης όλους τους ανθρώπους στο ίδιο καλούπι. Βλέπεις, ο Χριστός δεν έδωσε σαν εντολή τον Μοναχισμό – παρόλο που είναι ο δρόμος της τελειότητας-, γιατί δεν ήθελε να επιβάλλη σε όλους βαρύ φορτίο. Γι’ αυτό, όταν ο νεανίσκος Τον ρώτησε πως θα σωθή, ο Χριστός του απάντησε: «Τήρησον τας εντολάς». Και όταν εκείνος είπε ότι τις τηρεί και ρώτησε «τί έτι υστερώ;», ο Χριστός του είπε: «Εν σε υστερεί∙ ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε, όσα έχεις πώλησον και δεύρο ακολούθει μοι». Δηλαδή , αν έβρισκε κανέναν φιλότιμο, τότε του μιλούσε για την τελειότητα∙ δεν έβαζε θηλειά στον κόσμο. Ούτε δίδασκε τον Μοναχισμό, γιατί θα έβαζε φωτιά και ίσως πολλοί θα έτρεχαν αδιάκριτα να γίνουν μοναχοί και θα γινόταν κακό. Έρριξε μόνον την σπίθα και, όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, πρόβαλλε ο Μοναχισμός.
Έτσι κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να βιάζουμε τους άλλους- μόνοι τους, εάν θέλουν , ας βιάσουν τον εαυτό τους∙ μόνο τον εαυτό μας έχουμε δικαίωμα να βιάσουμε κι αυτόν πάλι με διάκριση. Εγώ μέχρι σήμερα σε κανέναν νέο δεν είπα ούτε να παντρευτή ούτε να γίνη καλόγερος. Αν κάποιος με ρωτήσει, του λέω: «Να κάνης αυτό που σε αναπαύει, φθάνει να είσαι κοντά στον Χριστό». Και αν μου πη ότι δεν αναπαύεται στον κόσμο, τότε του μιλάω για τον Μοναχισμό, για να τον βοηθήσω να βρη τον δρόμο του.
Η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς μετά τον γάμο τους
Ο Καλός Θεός οικονόμησε , ώστε το ανδρόγυνο να συνδέεται με τέτοιου είδους αγάπη, που να εγκαταλείπουν ακόμη και τους γονείς τους και ο άνδρας και η γυναίκα. Αν δεν υπήρχε αυτή η αγάπη, δεν θα μπορούσαν να κάνουν δική τους οικογένεια. Ο σκοπός των γονέων λήγει μετά την αποκατάσταση των παιδιών. Στην συνέχεια τα παιδιά τους οφείλουν μόνον πολύ σεβασμό και τόση αγάπη, όση χρειάζεται προς τους γονείς. Δεν θέλω να πω με αυτό να μην αγαπούν τους γονείς τους, αλλά να έχουν πρώτα αγάπη μεγάλη μεταξύ τους και μετά να αγαπούν τους γονείς τους. Να είναι τόσο αγαπημένοι, ώστε από την άφθονη αγάπη που θα έχουν, να δίνουν και στους γονείς την υπερχείλιση της αγάπης τους και όλον τον σεβασμό τους και την ευγνωμοσύνη τους. Η αγάπη τους να είναι αρχοντική, για να φροντίζη ο ένας για τους γονείς του άλλου, όσο μπορεί περισσότερο.
Πολύ βοηθάει στην ομόνοια της οικογενείας, ο άνδρας , να αγαπάη την γυναίκα του περισσότερο από την μητέρα του και από κάθε αγαπητό και συγγενικό του πρόσωπο. Η αγάπη του προς τους γονείς του να διοχετεύεται δια μέσου της γυναίκας του. Το ίδιο φυσικά πρέπει να κάνη και η γυναίκα.
Γνωρίζω ανδρόγυνα που στις αρχές έχουν προβλήματα μεταξύ τους, επειδή η γυναίκα ή ο άνδρας αγαπάει την μάνα του με υπερβολική αγάπη . Αυτό ξεκινάει από το φιλότιμο που έχουν∙ νιώθουν μεγάλη ευγνωμοσύνη για την μάνα τους. Σιγά-σιγά όμως, όταν συνδεθούν μεταξύ τους, δεν θα υπάρχη πρόβλημα. Δεν θα ήταν φυσιολογικό, αν αγαπούσαν αμέσως ο ένας τον άλλον με τέτοια αγάπη που θα αναπλήρωνε την αγάπη της μάνας.
Όταν ο σύζυγος σέβεται τους γονείς του, αυτό είναι τιμή του, όπως και για τη νύφη είναι τιμή της να σέβεται και να αγαπά την πεθερά της, γιατί γέννησε τον άνδρα της, τον μεγάλωσε, και τώρα μεγάλον τον χαίρεται αυτή. Όλα αυτά μιλούν αθόρυβα στις ψυχές των παιδιών τους.
Η μάνα, όταν παντρέψη τον γιο της, επειδή πρώτα έβρισκε μεγάλη ανακούφιση από την αγάπη που της έδειχνε – και οι γέροι γίνονται ξανά σαν μωρά- , νιώθει, όπως νιώθει το μεγαλύτερο παιδί, όταν δη στην κοιλιά της μητέρας άλλο μωρό. Βλέπεις, αν δεν κόψη κανείς τα πάθη, όταν είναι νέος, όσο μεγαλώνει, εξασθενεί η θέληση και τα πάθη αυξάνουν περισσότερο. Η νύφη όμως δεν πρέπει να το παρεξηγήση αυτό. Αν μάλιστα φροντίζη την ηλικιωμένη πεθερά της, ας κάνη λίγη υπομονή, για να μη χάση τον μισθό που αποταμιεύει από την φροντίδα που της προσφέρει. Αν τώρα υπηρετή με υπομονή την πεθερά της, αργότερα, όταν περάση η ταλαιπωρία, θα χαίρεται για το καλό που της πρόσφερε.
Φυσικά και η πεθερά πρέπει να αγαπάη τις νύφες της σαν κόρες της. Η γιαγιά μου- η μητέρα του πατέρα μου- αγαπούσε την μητέρα μου πιο πολύ από τον πατέρα μου. Όταν παντρεύτηκαν τα αδέλφια μου, έλεγαν οι γειτόνισσες: «Τώρα που θα έρθουν οι νυφάδες…». Και η μητέρα μου τις έλεγε: «Γιατί το λέτε αυτό; Εμένα η πεθερά μου με αγαπάει πιο πολύ και από την κόρη της. Γιατί κι εγώ να μην αγαπάω έτσι τις νύφες μου;». Και πράγματι τις αγαπούσε κι εκείνη σαν κόρες της.
Το επάγγελμα δεν κάνει τον άνθρωπο
– Γέροντα ,όταν κάποιος ζορίζεται σε μια δουλειά, τί φταίει;
– Μήπως δεν την αντιμετωπίζει με καλούς λογισμούς; Αν την αντιμετωπίζη όμορφα, τότε όποια δουλειά και αν κάνη, θα είναι πανηγύρι.
– Γέροντα, και όταν κανείς στενοχωριέται ,γιατί κάνει μια δουλειά βαρειά ή καταφρονητική, λ.χ. χτίζει ή πλένει κατσαρόλες σε κάποιο μαγειρείο κ.λπ., πώς πρέπει να τοποθετηθή;
– Αν σκεφθή ότι ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, θα πάψη να στενοχωριέται. Με αυτό που έκανε ο Χριστός ήταν σαν να μας έλεγε: «Έτσι πρέπει να κάνετε κι εσείς». Είτε κατσαρόλια πλένει κανείς είτε σκάβει, να χαίρεται. Άλλος καθαρίζει υπονόμους , γιατί δεν έχει άλλη δουλειά και είναι ο καημένος συνέχεια μέσα στα μικρόβια. Αυτός δεν είναι άνθρωπος ; Δεν είναι εικόνα του Θεού; Ήταν ένας οικογενειάρχης που είχε σαν επάγγελμα να καθαρίζη υπονόμους και είχε φθάσει σε μεγάλη πνευματική κατάσταση. Είχε πάθει φυματίωση και ,ενώ είχε την δυνατότητα να φύγη, δεν ήθελε, επειδή σκεφτόταν , γιατί να παιδεύεται κάποιος άλλος; Αγαπούσε την περιφρονημένη ζωή, γι’ αυτό ο Θεός τον χαρίτωσε.
Το επάγγελμα δεν κάνει τον άνθρωπο. Εγώ γνώρισα έναν αχθοφόρο που είχε αναστήσει νεκρό. Όταν ήμουν δικαίος στην σκήτη των Ιβήρων, με επισκέφθηκε μια μέρα κάποιος που ήταν περίπου πενήντα πέντε χρονών. Είχε έρθει αργά το απόγευμα και δεν χτύπησε ,για να μην ενοχλήση τους Πατέρες και κοιμήθηκε έξω. Όταν τον είδαν οι Πατέρες , τον πήραν μέσα και με ειδοποίησαν. «Καλά, του είπα, γιατί δεν χτύπησες το καμπανάκι, για να σου ανοίξουμε και να σε τακτοποιήσουμε;». «Τί λες, Πάτερ μου, πώς να ενοχλήσω τους Πατέρες;», μου είπε. Βλέπω ,το πρόσωπό του είχε μια λάμψη. Κατάλαβα ότι θα ζούσε πολύ πνευματικά. Μου είπε μετά ότι είχε μείνει μικρός ορφανός από πατέρα και γι’ αυτό, όταν παντρεύτηκε, αγαπούσε πάρα πολύ τον πεθερό του. Πρώτα περνούσε από το σπίτι των πεθερικών του και μετά πήγαινε στο σπίτι του. Στενοχωριόταν όμως, γιατί ο πεθερός του έβριζε πολύ. Πολλές φορές τον είχε παρακαλέσει να μη βρίζει, αλλά εκείνος γινόταν χειρότερος. Κάποτε αρρώστησε βαριά ο πεθερός του. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και μετά από λίγες μέρες πέθανε. Εκείνος δεν ήταν κοντά του την ώρα που ξεψύχησε, γιατί έπρεπε να ξεφορτώση ένα πλοίο . Όταν πήγε στο νοσοκομείο και τον βρήκε στο νεκροστάσιο, προσευχήθηκε με πολύ πόνο: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, είπε, ανάστησέ τον, για να μετανοήση, και μετά παρ’ τον». Αμέσως ο νεκρός άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να κουνάη τα χέρια του. Το προσωπικό, ,μόλις τον είδαν, εξαφανίσθηκαν. Τον τακτοποίησε και τον πήγε στο σπίτι του εντελώς καλά. Έζησε πέντε χρόνια με μετάνοια και μετά πέθανε. «Πάτερ μου, μου είπε, ευχαριστώ πολύ τον Θεό, που μου έκανε αυτή την χάρη. Ποιος είμαι εγώ, για να μου κάνη τέτοια χάρη;». Είχε πολλή απλότητα και τέτοια ταπείνωση, που ούτε καν του περνούσε από το μυαλό ότι ανέστησε νεκρό. Είχε διαλυθή από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό γι’ αυτό που του έκανε.
Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται, γιατί δεν κατορθώνουν να δοξασθούν με μάταιες δόξες ή να πλουτίσουν με μάταια πράγματα. Δεν σκέφτονται ότι αυτά στην άλλη, την αληθινή, ζωή ούτε χρειάζονται, αλλά ούτε και μεταφέρονται. Εκεί μόνον τα έργα μας θα μεταφέρουμε, τα οποία θα μας βγάλουν από εδώ και το ανάλογο διαβατήριο για το μεγάλο και αιώνιο ταξίδι μας.
Η αντοχή της μητέρας
– Γέροντα, ο Άγιος Νεκτάριος σε μια επιστολή του προς τις μοναχές γράφει να μην ξεχνούν πως είναι γυναίκες και να προσπαθούν να μιμηθούν τις Όσιες και όχι τους Οσίους. Γιατί το λέει αυτό ; Μήπως γιατί οι γυναίκες δεν έχουν αντοχή;
– Ποιες; οι γυναίκες δεν έχουν αντοχή; Εγώ τις έχω φοβηθή τις γυναίκες. Έχουν πολλή αντοχή. Η γυναίκα μπορεί στο σώμα να είναι αδύναμη , να έχη λιγώτερες σωματικές δυνάμεις από τον άνδρα, αλλά με την καρδιά που έχει , αν την δουλεύη, έχει τέτοια αντοχή , που ξεπερνάει την ανδρική δύναμη. Ο άνδρας, ναι μεν έχει σωματικές δυνάμεις, αλλά δεν έχει την καρδιά που έχει η γυναίκα. Να, πρόσεξα μια γάτα που ήρθε στο Καλύβι με τα γατιά της. Ήταν αδύνατη, η κοιλιά της κολλημένη σαν πλάκα. Μια μέρα ήρθε ένα μεγάλο σκυλί που ήταν και κυνηγητικό. Ο Κούρδης, ο γάτος, το έβαλε στα πόδια. Εκείνη σηκώθηκε επάνω, καμπούριασε, αγρίεψε, ήταν έτοιμη να ορμήση επάνω στο σκυλί. Απόρησα, πού βρήκε τέτοιο θάρρος! Βλέπεις, είχε τα γατάκια της.
Η μάνα πονάει, κουράζεται, αλλά δεν αισθάνεται ούτε τον πόνο ούτε την κούραση. Ζορίζει τον εαυτό της, αλλά, επειδή αγαπάει τα παιδιά της, αγαπάει το σπίτι της, όλα τα κάνει με χαρά. Πιο πολύ κουράζεται ένας που ξαπλώνει συνέχεια παρά αυτή. Θυμάμαι, η μάνα μου, όταν ήμασταν μικρά, έπρεπε να κουβαλάη το νερό από την βρύση που ήταν πολύ μακριά από το σπίτι μας∙ έπρεπε να μαγειρεύη, να ζυμώνη, να πλένη τα ρούχα, να πηγαίνη και στο χωράφι. Έκανε δηλαδή όλες τις δουλειές , είχε κι εμάς τα παιδιά να την ζαλίζουμε και να κάνη και το ….δικαστήριο , όταν μαλώναμε. Έλεγε όμως: « Αυτό είναι το καθημερινό μου∙ είμαι υποχρεωμένη να τα κάνω όλα, χωρίς να γογγύζω». Το έλεγε με την καλή έννοια. Αγαπούσε τα σπίτι, αγαπούσε τα παιδιά της, και δεν κουραζόταν με τις δουλειές∙ όλα τα έκανε με την καρδιά της, με χαρά.
Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ η μητέρα αγαπά το σπίτι. Παρόλο που περνά η ηλικία, θυσιάζεται πιο πολύ, για να μεγαλώση και τα εγγονάκια της. Και ενώ οι δυνάμεις της λιγοστεύουν , επειδή όμως το κάνει με την καρδιά της, έχει περισσότερο κουράγιο και από τον άνδρα, αλλά και από το κουράγιο που είχε στα νιάτα της.
– Και στην αρρώστια, Γέροντα, η γυναίκα έχει μεγαλύτερη ψυχραιμία από τον άνδρα;
– Ξέρεις τι γίνεται; Η μητέρα με τις αρρώστιες του παιδιού έχει αντιμετωπίσει πολλές φορές την αρρώστια και έχει πολλές εμπειρίες. Θυμάται πόσες φορές ανέβηκε ο πυρετός και ξανακατέβηκε. Είδε διάφορες σκηνές∙ το παιδί να πνίγεται ή να λιποθυμάη και με ένα-δυό χτυπήματα να συνέρχεται κ.λπ. Ο άνδρας δεν τα βλέπει αυτά και δεν έχει τέτοιες εμπειρίες. Γι’ αυτό αν δη το παιδί καμμιά φορά με πυρετό ή λίγο χλωμό, πανικοβάλλεται και αρχίζει: «Το παιδί χάνεται! Τι θα κάνουμε τώρα; Τρέξτε, φωνάξτε τον γιατρό!».

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου